Τροφική αλλεργία

Τροφική αλλεργία είναι η αναπάντεχη και μη κανονική ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού εναντίον ενός τμήματος μίας τροφής (συνήθως πρωτεΐνη) ειδικών γιαυτό αντισωμάτων IgE που έχει αναπτύξει ο οργανισμός με γενική προδιάθεση.

Η τροφική αλλεργία  συνολικά παρουσιάζει μεγάλη αύξηση παγκοσμίως και οι επισκέψεις στα επείγονται περιστατικά των Εξωτερικών Ιατρείων που οφείλονται σε αλλεργικές αντιδράσεις από τροφές έχουν αυξηθεί εκθετικά.

Τα πιο συχνά τροφικά αλλεργιογόνα , τα οποία ευθύνονται για τουλάχιστον το 90% των αντιδράσεων σε παιδιά είναι πρωτεΐνες του γάλακτος, αυγού, σιτηρών, ψαριού, φακής και ξηρών καρπών. Η αντίδραση εμφανίζεται συνήθως άμεσα (συχνά τις πρώτες φορές που εισάγεται η τροφή στη διατροφή του παιδιού) μέσα στην πρώτη ώρα (σπάνια έως τις 2 ώρες) και μπορεί να είναι μία ήπια κνίδωση ή αγγειοοίδημα στο δέρμα ή να εξελιχθεί  ταχέως σε αναφυλαξία, δηλαδή σε συστηματική και δυνητικά επικίνδυνη για τη ζωή αντίδραση κατά την οποία συμμετέχουν και άλλα όργανα εκτός από το δέρμα. Έτσι , μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα από το αναπνευστικό (βήχας, δύσπνοια, βράγχος φωνής, πολλαπλοί πταρμοί), από το γαστρεντερικό (κοιλιακό άλγος, έμετοι, διάρροια), από το κυκλοφορικό (ζάλη, απώλεια συνείδησης) ή το νευρικό σύστημα (σπασμοί).

Στις άμεσου τύπου αντιδράσεις τροφικής αλλεργίας η πιθανή διάγνωση συχνά μπαίνει από το λεπτομερές ιστορικό λόγω της άμεσης χρονικής συσχέτισης λήψης τροφής-αντίδρασης, αλλά επιβεβαιώνεται ή τίθεται υπό αμφισβήτηση με την ανεύρεση ή μη των ειδικών IgE στο ορό και στις δερματικές δοκιμασίες. Η τελική διάγνωση ή ο αποκλεισμός τίθεται με τη διαδικασία της τροφικής πρόκλησης . Οι τροφικές προκλήσεις είναι απαραίτητες και μετά τη διάγνωση της αλλεργίας καθώς με αυτή τη διαδικασία ελέγχεται αν μία αλλεργία έχει παρέλθει και εάν έχει αποκατασταθεί η ανοχή σε αυτή. Η πιο σύγχρονη πλέον διαγνωστική προσέγγιση είναι η λεγόμενη στοιχειακή διάγνωση κατά την οποία καταδεικνύονται οι επιμέρους ‘επίτοποι’ , κομμάτια της πρωτεΐνης στα οποία είναι αλλεργικός κάποιος. Η γνώση αυτής της πληροφορίας χρησιμεύει στη ακριβέστερη πρόγνωση για την κλινική  βαρύτητα της αλλεργίας και τη φυσική της πορεία.

Η πλέον αποδεκτή σήμερα , αν και παθητική αντιμετώπιση της τροφικής αλλεργίας είναι η πλήρης αποφυγή της τροφής που προκάλεσε την αντίδραση καθώς και συγγενών αλλεργιογονικά τροφών και η εκπαίδευση του παιδιού και της οικογένειας στη χρήση της αυτοενιέμενης αδρεναλίνης σε περίπτωση που το παιδί παρουσιάσει αναφυλαξία μετά από τυχαία λήψη της τροφής.

Ειδικά στην επίμονη αλλεργία στο γάλα και στο αυγό , προτείνεται η διαδικασία απευαισθητοποίησης (SOTISpecific Oral Tolerance Induction) , κατά την οποία το παιδί ξεκινά με ελάχιστη  δόση τροφής που σταδιακά αυξάνεται πάντα σε εξειδικευμένο κέντρο υπό τη στενή επίβλεψη Αλλεργιολόγου για την πιθανότητα αντίδρασης , ενώ στη συνέχεια το παιδί λαμβάνει καθημερινά τη δόση συντήρησης. Η διαδικασία αυτή αυξάνει την ασφάλεια του παιδιού καθώς σταδιακά ανέχεται μεγαλύτερες δόσεις και επιταχύνει την κατάκτηση της ανοχής στην τροφή.