Πυρετικοί σπασμοί

Οι πυρετικοί σπασμοί αποτελούν την πιο συχνή διαταραχή της παιδικής ηλικίας που εκδηλώνεται με την εμφάνιση σπασμών. Μέχρι σήμερα δεν είναι γνωστά τα παθοφυσιολογικά τους αίτια. Υπολογίζεται ότι 5% όλων των παιδιών θα εμφανίσουν ένα τουλάχιστον τέτοιο επεισόδιο.

Εμφανίζονται κατά τη βρεφική και νηπιακή ηλικία (μεταξύ 6 μηνών και 5 ετών) και σχετίζονται πάντα με την εμφάνιση πυρετού. Συνήθως εκδηλώνονται κατά το πρώτο 24ωρο του πυρετού, είναι γενικευμένοι σε ολόκληρο το σώμα και δεν διαρκούν περισσότερο από 5 λεπτά.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο οι σπασμοί μπορεί να είναι επιπλεγμένοι με αποτέλεσμα να εμφανίζονται είτε ως εστιακοί, είτε να έχουν διάρκεια μεγαλύτερη από 15 λεπτά ή να επανεμφανίζονται στο ίδιο 24ωρο πυρετού.

Η πλειονότητα των παιδιών που εκδηλώνουν πυρετικούς σπασμούς δεν εμφανίζει νευρολογικές βλάβες κατά την κλινική εξέταση, ενώ η ανάπτυξή τους είναι πάντα φυσιολογική. Ωστόσο παραμένει πάντα στην κρίση του ιατρού να αποσαφηνίσει το αίτιο του πυρετού και να αποκλείσει την πιθανότητα ενδοκράνιας λοίμωξης. Στα παιδιά ηλικίας 6-18 μηνών συστήνεται η διενέργεια οσφυονωτιαίας παρακέντησης για να αποκλειστεί η πιθανότητα μηνιγγίτιδας, καθώς τα συμπτώματά της σε αυτές τις ηλικίες είναι συνήθως πολύ ήπια και μπορεί να ξεφύγουν της κλινικής εξέτασης.

Έχει υπολογιστεί ότι από τα παιδιά που εμφανίζουν πυρετικούς σπασμούς, το 70-75% θα έχουν μόνο ένα επεισόδιο, το 20-25% θα εμφανίσουν επιπλεγμένα επεισόδια σπασμών, ενώ 5% μόνο μπορεί να σχετίζονται με την εμφάνιση ενδοκράνιων λοιμώξεων (μηνιγγίτιδας κ.α.).

Η πιθανότητα εμφάνισης επιληψίας κατά την ενήλικο ζωή είναι 2.4% (διπλάσια του φυσιολογικού πληθυσμού ο οποίος έχει 1.2%). Δεν σχετίζονται με επηρεασμένο νοητικό πηλίκο (IQ) και δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν τη συσχέτισή τους με την πιθανότητα θανάτου.

Η παρακολούθηση των παιδιών που εμφανίζουν πυρετικούς σπασμούς είναι συνήθως νοσοκομειακή, προκειμένου να πραγματοποιηθούν όλες οι κλινικοεργαστηριακές εξετάσεις, να χορηγηθεί η απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή.

Η θεραπεία τους είναι συντηρητική και περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιπυρετικών, αντιβιοτικών εφόσον υπάρχει υποκείμενη μικροβιακή λοίμωξη και αντισπασμωδικών φαρμάκων στις περιπτώσεις που οι σπασμοί διαρκούν περισσότερο από 3 λεπτά.