Ειδική Γλωσσική Διαταραχή

Η Ειδική Γλωσσική Διαταραχή (ΕΓΔ) περιγράφει μία σημαντική απόκλιση ή καθυστέρηση στην ανάπτυξη των γλωσσικών και αντιληπτικών ικανοτήτων του παιδιού, το οποίο δυσκολεύεται να κατανοήσει αλλά και να εκφέρει το λόγο.

Η διαταραχή αυτή συναντάται στο 7% των παιδιών και παρατηρείται πιο συχνά στα αγόρια, με αναλογία 3 – 4 προς 1 μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.

Αίτια

Τα αίτια της διαταραχής δεν είναι γνωστά. Ο όρος όμως αυτός αναφέρεται σε παιδιά στα οποία η γλωσσική τους ανάπτυξη είναι σημαντικά κάτω της χρονολογικής τους ηλικίας, χωρίς να υπάρχει κάποια εμφανής αιτιολογία.

Νευρολογικές παθήσεις, βλάβες αισθητηρίων οργάνων, γνωστικά ελλείμματα, ανωμαλίες του μηχανισμού άρθρωσης, καθώς και συναισθηματικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ΔΕΝ ενοχοποιούνται για την εμφάνιση της Ειδικής Γλωσσικής Διαταραχής.

Συμπτώματα

Το πρώτο σύμπτωμα είναι η καθυστέρηση του λόγου και της ομιλίας, καθώς τα παιδιά παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερα αργό ρυθμό γλωσσικής ανάπτυξης.

Εμφανίζουν δυσκολία στη κατανόηση εντολών, στο συμβολικό και δημιουργικό παιχνίδι.

Έχουν φτωχό κινητικό συντονισμό και μειωμένο εύρος προσοχής.

Τα χαρακτηριστικά της διαταραχής στο λόγο είναι τα εξής:

Φωνολογία: απλοποιήσεις και αντικαταστάσεις φθόγγων, δυσκατάληπτη ομιλία,

Μορφολογία: απλοποιημένη δομή προτάσεων, λανθασμένη χρήση άρθρων, καταλήξεων, πτώσεων, χρόνων,

Σημασιολογία: φτωχό λεξιλόγιο, δυσκολία στη κατάκτηση αφηρημένων εννοιών, στην ανάκληση λέξεων, φτωχή δεξιότητα αφήγησης,

Πραγματολογία: δυσκολία στη κατανόηση της μεταφοράς, της ειρωνείας. Δυσκολία στη χρήση του λόγου ανάλογα με τις κοινωνικές περιστάσεις.

Στο σχολείο τα μαθησιακά ελλείμματα εντοπίζονται στο προφορικό και γραπτό λόγο, στην ανάγνωση, στην οργάνωση της μελέτης και στη συγκέντρωση. Οι σχολικές επιδόσεις των παιδιών είναι χαμηλές, ενώ έχουν φυσιολογική νοημοσύνη.

Η δυσκολία που έχουν στη γλωσσική δυσκολία μπορεί να τα οδηγήσει στη κοινωνική απομόνωση, στην ανώριμη συμπεριφορά και στη χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ΕΓΔ είναι μία πολύπλοκη διαδικασία και απαιτεί διεπιστημονική αξιολόγηση. Πέρα από την αξιολόγηση των γλωσσικών ικανοτήτων, πρέπει να διερευνηθούν η νοητική και κινητική ικανότητα, η συναισθηματική κατάσταση του παιδιού και να αποκλειστούν διαταραχές όπως η βαρηκοΐα, η νοητική καθυστέρηση και οι νευρολογικές παθήσεις.

Η λογοπεδική αξιολόγηση ξεκινάει με τη λήψη του ιστορικού και τη συλλογή πληροφοριών από το αναπτυξιακό ιστορικό του παιδιού. Η διάγνωση περιλαμβάνει την άτυπη αξιολόγηση, όπου γίνεται μέσω του παιχνιδιού και της παρατήρησης και τη τυπική αξιολόγηση όπου χρησιμοποιούνται σταθμισμένα διαγνωστικά εργαλεία.

Ο λογοπεδικός εξετάζει την άρθρωση, τη κατανόηση, το λεξιλόγιο, τη γραμματική, τη σύνταξη, τη σωστή χρήση του λόγου, το συμβολικό παιχνίδι και τις ψυχογλωσσολογικές ικανότητες, όπως η μνήμη.

Θεραπεία

Η διάγνωση και η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσουν όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα. Απαιτείται και στη θεραπεία διεπιστημονική αξιολόγηση.

Η εξατομικευμένη θεραπεία του παιδιού πρέπει να εστιάζει στις ειδικές δυσκολίες που παρουσιάζει στα διάφορα επίπεδα του λόγου.

Οι διαταραχές αυτές εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα, μπορεί να οδηγήσουν σε μαθησιακές δυσκολίες και να αναπτυχθούν συναισθηματικές διαταραχές.

Τα περισσότερα παιδιά βελτιώνονται με τη συστηματική θεραπεία, παρόλο που υπάρχει η πιθανότητα να παραμείνουν κάποια ελλείμματα.

Ρόλο παίζει το είδος της διαταραχής και ο βαθμός δυσκολιών του παιδιού.