Αλλεργία – Αλλεργικές αντιδράσεις

Ο όρος αλλεργία αναφέρεται στην υπεραντιδραστικότητα που εμφανίζουν κάποιοι άνθρωποι σε ορισμένα συνήθη περιβαλλοντικά αντιγόνα, μετά από οξεία ή χρόνια έκθεση σε αυτά είτε μέσω εισπνοής, είτε λήψης από το στόμα, είτε επαφής ή μέσω ενέσιμης μορφής. Τα συμπτώματα αφορούν κυρίως στη μύτη, στους οφθαλμούς, στους πνεύμονες, στο δέρμα ή στο γαστρεντερικό σύστημα, άλλοτε μεμονωμένα ή και σε συνδυασμό.

Οι αλλεργικές νόσοι αποτελούν σύνθετες παθήσεις που πυροδοτούνται από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Μεταβολές των τελευταίων έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των αλλεργικών νοσημάτων τις τελευταίες δεκαετίες.

 Η ηλικία συχνά παίζει καθοριστικό ρόλο στην αναγνώριση των πιθανών αλλεργιογόνων. Στα βρέφη και μικρά παιδιά ευθύνονται συχνά τα ακάρεα σκόνης, τα επιθήλια των ζώων και οι μύκητες. Επίσης, δεν είναι σπάνιες οι τροφικές αλλεργίες, οι οποίες εμφανίζονται με συμπτώματα από το δέρμα, το γαστρεντερικό σύστημα και λιγότερο συχνά με αναπνευστικά προβλήματα.

Ωστόσο, συγκεκριμένες εκφράσεις της αλλεργικής νόσου είναι αυτές που θα οδηγήσουν τους ασθενείς σε αναζήτηση βοήθειας από νοσοκομειακές δομές. Τέτοιες είναι η κνίδωση, το αγγειοοίδημα, η αναφυλαξία και η ορονοσία.

Υπολογίζεται ότι περίπου 20% του πληθυσμού θα παρουσιάσει κνίδωση και αγγειοοίδημα κάποια στιγμή στη ζωή του. Η συνήθης αιτιολογία είναι έκθεση σε ύποπτες τροφές, φάρμακα, δήγματα εντόμων, λοιμώξεις ή επαφή με γύρη, λάστιχο ή ακόμα μπορεί να είναι ιδιοπαθής. Στην οξεία κνίδωση δημιουργούνται παροδικά πομφοί κνησμώδεις, ερυθηματώδεις, ψηλαφητοί που διαρκούν περίπου 1-2 ώρες. Ενδέχεται όμως να παρουσιαστεί και δεύτερη μορφή που να διαρκεί 6-36 ώρες.

Το αγγειοοίδημα αφορά στους εν τω βάθει υποδόριους ιστούς όπως βλέφαρα, χείλη, γλώσσα, γεννητικά όργανα και τη ραχιαία επιφάνεια χεριών ή ποδιών. Η διάγνωση της κνίδωσης και του αγγειοοιδήματος είναι κλινική και απαιτεί γνώση της ποικιλομορφίας στην κλινική έκφραση από τον ιατρό. Η οξεία κνίδωση είναι αυτοπεριοριζόμενη νόσος που απαιτεί ελάχιστη άλλη θεραπεία πέρα από αντιισταμινικά. Η επινεφρίνη συνήθως επιφέρει άμεση ανακούφιση από οξεία σοβαρή κνίδωση/αγγειοοίδημα.

 Αναφυλαξία είναι η οξεία και πολύ σοβαρή αλλεργική αντίδραση, που συμβαίνει περίπου 2 ώρες μετά την έκθεση σε αλλεργιογόνο ( ιδιαίτερα σε όσα λαμβάνονται από το στόμα πχ. ξηρούς καρπούς).Εμφανίζονται συμπτώματα από το δέρμα (κνίδωση, αγγειοοίδημα, ερύθημα) , το αναπνευστικό ( βρογχόσπασμος, οίδημα λάρυγγα, που προκαλούν αίσθημα σφιξίματος στο λαιμό και ξηρό βήχα, βράγχος φωνής , δύσπνοια), το καρδιαγγειακό (υπόταση, αρρυθμίες, ισχαιμία του μυοκαρδίου) και το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, κολικοειδές κοιλιακό άλγος, έμετοι, διάρροια). Λιποθυμική τάση και απώλεια συνείδησης συμβαίνει σε σοβαρές περιπτώσεις.

Η διάγνωση είναι συνήθως εμφανής εξαιτίας της οξείας και δραματικής φύσης του χαρακτηριστικού συνδυασμού δερματικών και αναπνευστικών εκδηλώσεων, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από υπόταση. Πρόκειται για επείγουσα ιατρική κατάσταση που απαιτεί επιθετική αντιμετώπιση με ενδομυϊκή αδρεναλίνη, χορήγηση αντιισταμινικών, ενδοφλέβια χορήγηση υγρών, κορτικοστεροειδή και εισπνεόμενους β-διεγέρτες. Ορισμένοι εμφανίζουν διφασική αναφυλαξία με το 90% αυτών να εμφανίζονται τις επόμενες 4 ώρες, γεγονός που επιτάσσει την παρακολούθηση τους στο νοσοκομείο.

 Η ορονοσία είναι μια συστηματική αγγειίτιδα εξ υπερευαισθησίας που τυπικά οφείλεται στη θεραπευτική χορήγηση κυρίως πρωτεϊνών ξένου ορού (ιδίως σε ενέσιμη μορφή).Τα συμπτώματα ξεκινούν 7-12 ημέρες μετά την ένεση του ξένου υλικού, αλλά μπορεί να εμφανιστούν έως και 3 εβδομάδες αργότερα και περιλαμβάνουν πυρετό, αδιαθεσία, κνίδωση και ιλαροειδές εξάνθημα με συχνή εμφάνιση κνησμού. Επιπλέον παρατηρούνται οίδημα, μυαλγία, λεμφαδενοπάθεια, αρθραλγία ή αρθρίτιδα με συμμετοχή πολλών αρθρώσεων και γαστρεντερικές διαταραχές. Η θεραπεία είναι υποστηρικτική με αντιισταμινικά και αναλγητικά. Όταν τα συμπτώματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά χορηγούνται συστηματικά κορτικοστεροειδή σε υψηλές δόσεις, οι οποίες μειώνονται γρήγορα καθώς βελτιώνεται η κατάσταση του ασθενούς.

Από τα παραπάνω προκύπτει πως η κλινική εκτίμηση των ασθενών που παρουσιάζουν αλλεργικές αντιδράσεις είναι απαραίτητη, γιατί εκτός από την ανάγκη εκτίμησης και αντιμετώπισης των απειλητικών για τη ζωή καταστάσεων, ο διαχωρισμός της νοσολογικής οντότητας είναι σημαντικός για την κατανόηση των αιτιολογικών παραγόντων, των μηχανισμών δημιουργίας αλλά και της θεραπευτικής προσέγγισης.